Πρόσωπα & προσωπεία
ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ mich@enet.gr, http://www.bavzer.blogspot.com/
Ο ΤΣΑΦΕΝΤΑΣ ήταν απαρηγόρητος. Και λέγεται πως έκτοτε δεν έκανε ποτέ ξανά έρωτα με άλλη γυναίκα, παρά μόνον επί χρήμασι. Την αγαπούσε βαθιά τη μαύρη Νοτιοαφρικάνα, της οποίας ούτε το όνομα δεν γνωρίζουμε σήμερα.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/03/2008
ΑΓΛΑΪΑ ΖΩΤΟΥ Αντάρτισσα στα 15, εισαγγελέας στην Αλβανία, υφυπουργός στη Βουλγαρία, ζει πλέον σε ξενώνα απόρων
Η «κόκκινη» γιαγιά παραμένει ατίθαση
Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Λένε πως στα χείλια μιας γυναίκας το μίσος έχει τη γεύση του έρωτα. Από τα χείλια, όμως, της γυναίκας που ζει τα τελευταία χρόνια σε έναν ξενώνα απόρων του Δήμου Αθηναίων βγαίνει ένα κομμάτι σύγχρονης ιστορίας με έντονα στοιχεία και μίσους και έρωτα.
«Κυνηγώντας το απραγματοποίητο όνειρο», είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου της Αγλαΐας Ζώτου
Ερωτα για κάποια σοσιαλιστικά ιδανικά που την οδήγησαν στα ύπατα πολιτικά στρώματα των τότε κόκκινων λαϊκών δημοκρατιών, αλλά και μίσους, γιατί οι «αντιπρόσωποι» των ιδανικών της την εξόρισαν, τη φυλάκισαν, τη βασάνισαν, μέχρι και πειραματόζωο την έκαναν δοκιμάζοντας πάνω της νέα ψυχοφάρμακα. Σήμερα, από τον ξενώνα, τα χείλια της χαμογελούν παρ' όλο που, όπως μας λέει, «δεν ήξερα ότι πονάει τόσο η μοναξιά. Ανοίγω την πόρτα, βγάζω λίγο το κεφάλι, σαν χελώνα, να ακούσω έστω βήματα, κάποιες φωνές, να δω έναν ίσκιο». Η άλλοτε αντάρτισσα στα βουνά της Βορείου Ηπείρου μάς λέει τώρα πως «πιο εύκολα πολεμάς τους φασίστες από ό,τι τη μοναξιά». Οταν συστήνεται η 84χρονη αυτή γυναίκα λέει: «Αγλαΐα Ζώτου από τη Χείμαρρα. Χαίρω πολύ».Με τον ΧότζαΔεκαπέντε χρονώ η Αγλαΐα Ζώτου με ένα ιταλικό τουφέκι τύπου «Φουτσίλε», «μια πιθαμή μεγαλύτερο από το μπόι μου», πολεμάει αντάρτισσα στα βουνά. «Φοβόμουν αλλά το έκρυβα. Δεν ήθελα να δει ο πατέρας μου ότι φοβάμαι». Γίνεται επίσης η πρώτη κοπέλα που μπαίνει με εξετάσεις και υποτροφία στο Βασιλικό Κολέγιο ενώ ταυτόχρονα γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ενεργό στέλεχος της Κομμουνιστικής Νεολαίας Αλβανίας. «Οι σύντροφοι συμπολεμιστές μου με φώναζαν αηδόνι του Νότου». Από μικρή είχε την Ελλάδα στην καρδιά της και μάθαινε τη γλώσσα.
«Δεν φοβάμαι το θάνατο», λέει από το δωματιάκι της, όπου μόνη παρέα είναι η τηλεόραση, η κ. Ζώτου. «Λυπάμαι που τελειώνει η ζωή»
Την ίδια εποχή ο Χότζα κοίταζε προς την Κίνα του Μάο προκαλώντας τριγμούς στις σχέσεις του με τη Βουλγαρία. Είχε φτάσει μάλιστα σε σημείο να απειλεί την Αγλαΐα Ζώτου πως «εάν δεν χωρίσει με τον Ζντράβτσεφ θα στείλει την οικογένειά της στην εξορία».Μόλις μία μέρα μετά το «παραιτείσαι ή σε παύουμε» τις έριξαν υπνωτικό χάπι και «πότε με φέρανε, πώς με φέρανε, κατέληξα στο τρελοκομείο της Σόφιας. Ερχονταν δύο μεγαλόσωμες Βουλγάρες και μου έδεναν τα χέρια. Με έδερναν, με τσιμπούσαν, μου ξερίζωναν τα μαλλιά, μου έκαναν ηλεκτροσόκ. Κάποια στιγμή άρχισαν να δοκιμάζουν πάνω μου νέα ψυχοφάρμακα. Ηταν φορές που υπό την επήρεια των ψυχοφαρμάκων με παρουσίαζαν σε ιατρικά συνέδρια και φοιτητές».Ο οικογενειακός της φίλος και ψυχίατρος Ουζούνοφ καταφέρνει να την αποφυλακίσει και να τη στείλει στο Παρίσι. Γνωρίζεται με όλες εκείνες τις εξέχουσες προσωπικότητες, γράφει βιβλία, ποιήματα, δίνει συνεντεύξεις, γίνεται μέλος της Παγκόσμιας Ενωσης Διανοουμένων και της Ενωσης Γάλλων Ποιητών. Ο γαλλικός Τύπος γράφει για μια «αετίνα που έμεινε πιστή στα ιδανικά της». Μένει στη Γαλλία μέχρι το 1979 και γυρίζει πίσω στην Αλβανία μόνο για να την υποδεχτεί... προσωπική εντολή του Χότζα, που διατάζει να πάει σε μια μικρή αγροτική πόλη δίνοντας αναφορά στο αστυνομικό τμήμα τρεις φορές την ημέρα. «Η πρωινή αναφορά ήταν πολύ νωρίς και η βραδινή πολύ αργά. Επίτηδες μου έλεγαν, για να ξυπνάω νωρίς και να κοιμάμαι αργά. Σε διάστημα πενταετίας παρουσιάστηκα 10.998 φορές». Το 1991 καταφέρνει μέσω Βουλγαρίας να βγάλει χαρτιά για να έρθει στην Ελλάδα. Της παραχωρεί η Αρχιεπισκοπή μια στέγη στη Στέγη Γερόντων της Αγίας Παρασκευής. Για κάποιο διάστημα περπατάει καθημερινά από την Αγ. Παρασκευή έως την Αθήνα για να καθαρίσει σκάλες ως παραδουλεύτρα. «Κράταγα τα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής που θα ήμουν κουρασμένη».Φεύγει από εκεί όταν βρίσκεται μια οικογένεια Αλβανών που τη φιλοξενεί. Την ξεγέλασαν, την έκλεψαν και την πέταξαν στο δρόμο. Με ενέργειες του τότε αντιδημάρχου Σκιαδά, και στη συνέχεια του αείμνηστου Ευάγγελου Γιαννόπουλου, βρέθηκε στον ξενώνα απόρων του Δήμου Αθηναίων. «Ο Γιαννόπουλος μου έλεγε πως είμαστε τρεις φορές συνάδελφοι. Ως αντιστασιακοί, ως νομικοί, ως συγγραφείς».Σήμερα, παρακολουθεί την επικαιρότητα και αναρωτιέται «τι σόι κυβέρνηση είναι αυτή που σβήνει τα δικαιώματα που κέρδισαν οι εργατικές τάξεις με αιώνες αγώνων.



